απόδημος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | απόδημος | η | απόδημη | το | απόδημο |
| γενική | του | απόδημου | της | απόδημης | του | απόδημου |
| αιτιατική | τον | απόδημο | την | απόδημη | το | απόδημο |
| κλητική | απόδημε | απόδημη | απόδημο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | απόδημοι | οι | απόδημες | τα | απόδημα |
| γενική | των | απόδημων | των | απόδημων | των | απόδημων |
| αιτιατική | τους | απόδημους | τις | απόδημες | τα | απόδημα |
| κλητική | απόδημοι | απόδημες | απόδημα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απόδημος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόδημος. Συγχρονικά αναλύεται σε από- + δήμ(ος) (ουσιαστικό) + κατάληξη επιθέτων -ος
- και ουσιαστικοποιημένο στον πληθυντικό: «οι απόδημοι»
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈpo.ði.mos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐πό‐δη‐μος
Επίθετο
[επεξεργασία]απόδημος, -η, -ο
- που ζει μακριά από την πατρίδα του/της
- ※ Στο Ζέμουν (Σεμλίνο), που ήταν ο πρώτος σταθμός των Ελλήνων αποδήμων προς την Ουγγαρία, δημιουργήθηκε βαθμιαία μια αξιόλογη κοινότητα από ελληνόφωνους και βλαχόφωνους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, Εκδοτ. Οίκος Αφων Κυριακίδη, 1990, σελ. 121)
- ≈ συνώνυμα: ξενιτεμένος → δείτε και τη λέξη αποδημητής
- ≠ αντώνυμα: επίδημος
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- απόδημος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- απόδημος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- απόδημος - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα από- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)