αρχολίπαρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αρχολίπαρος < ελληνιστική κοινή < αρχή + λιπαρῶ (=επιθυμώ, επιζητώ)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρχολίπαρος αρχολίπαροι
γενική αρχολίπαρου αρχολίπαρων
αιτιατική αρχολίπαρο αρχολίπαρους
κλητική αρχολίπαρε αρχολίπαροι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αρχολίπαρος αρσενικό (παρωχημένο)

  • αυτός που επιθυμεί και επιδιώκει αξιώματα, εκλιπαρώντας ή κολακεύοντας τους άρχοντες



πτώση ενικός
ονομαστική αρχολίπαρος αρχολίπαρη αρχολίπαρο
γενική αρχολίπαρου αρχολίπαρης αρχολίπαρου
αιτιατική αρχολίπαρο αρχολίπαρη αρχολίπαρο
κλητική αρχολίπαρε αρχολίπαρη αρχολίπαρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρχολίπαροι αρχολίπαρες αρχολίπαρα
γενική αρχολίπαρων αρχολίπαρων αρχολίπαρων
αιτιατική αρχολίπαρους αρχολίπαρες αρχολίπαρα
κλητική αρχολίπαροι αρχολίπαρες αρχολίπαρα

Open book 01.svg Επίθετο[]

αρχολίπαρος, -η, -ο (παρωχημένο)

  • αυτός που επιθυμεί και επιδιώκει αξιώματα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]