σπουδαρχίδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπουδαρχίδης < αρχαία ελληνική σπουδαρχίδης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπουδαρχίδης αρσενικό

  • εκείνος που επιδιώκει με κάθε τρόπο την απόκτηση κάποιας θέσεως ή κάποιου αξιώματος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική σπουδαρχίδης τώ σπουδαρχίδα οἱ σπουδαρχίδαι
Γενική τοῦ σπουδαρχίδου τοῖν σπουδαρχίδαιν τῶν σπουδαρχιδῶν
Δοτική τῷ σπουδαρχίδ τοῖν σπουδαρχίδαιν τοῖς σπουδαρχίδαις
Αιτιατική τόν σπουδαρχίδην τώ σπουδαρχίδα τούς σπουδαρχίδας
Κλητική (ὦ) σπουδαρχίδη (ὦ) σπουδαρχίδα (ὦ) σπουδαρχίδαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπουδαρχίδης < αρχαία ελληνική σπουδάρχης < σπουδή (=βιασύνη) + ἀρχή (=αξίωμα) + -ίδης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπουδαρχίδης αρσενικό

  • (κωμικό πατρωνυμικό του σπουδαρχία) ο υιός αυτού που επιζητεί αξιώματα και θέσεις, νεαρός θεσιθήρας
    ὅστις; πολίτης χρηστός, οὐ σπουδαρχίδης, / ἀλλ᾽ ἐξ ὅτου περ ὁ πόλεμος, στρατωνίδης, / σὺ δ᾽ ἐξ ὅτου περ ὁ πόλεμος, μισθαρχίδης (Ἀριστοφάνης, Ἀχαρνῆς, 595-597)