ασκότιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ασυσκότιστος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ασκότιστος ασκότιστη ασκότιστο
γενική ασκότιστου ασκότιστης ασκότιστου
αιτιατική ασκότιστο ασκότιστη ασκότιστο
κλητική ασκότιστε ασκότιστη ασκότιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασκότιστοι ασκότιστες ασκότιστα
γενική ασκότιστων ασκότιστων ασκότιστων
αιτιατική ασκότιστους ασκότιστες ασκότιστα
κλητική ασκότιστοι ασκότιστες ασκότιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασκότιστος < μεσαιωνική ελληνική ασκότιστος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασκότιστος, -η, -ο

  1. που δε σκεπάστηκε από σκοτάδι
  2. (μεταφορικά) που δεν έχει ζαλάδες ή σκοτούρες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αμέριμνος, ανενόχλητος, ξένοιαστος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: σκοτισμένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]