αυτοκτονικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτοκτονικός αυτοκτονική αυτοκτονικό
γενική αυτοκτονικού αυτοκτονικής αυτοκτονικού
αιτιατική αυτοκτονικό αυτοκτονική αυτοκτονικό
κλητική αυτοκτονικέ αυτοκτονική αυτοκτονικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτοκτονικοί αυτοκτονικές αυτοκτονικά
γενική αυτοκτονικών αυτοκτονικών αυτοκτονικών
αιτιατική αυτοκτονικούς αυτοκτονικές αυτοκτονικά
κλητική αυτοκτονικοί αυτοκτονικές αυτοκτονικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοκτονικός < αυτοκτονία + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτοκτονικός, -ή, -ό

  • (νεολογισμός) που έχει σχέση με την αυτοκτονία ή αναφέρεται σ’ αυτή
    Ο λόγος για τον αυτοκτονικό µονόλογο του Αίαντα στην οµώνυµη τραγωδία του Σοφοκλή, που ζήλεψε ο Αλεξανδρινός τον τελευταίο του στίχο ( Τα δ’ άλλα εν Αδου τοις κάτω µυθήσοµαι ), επιγράφοντας µ’ αυτόν το οψιµότερο αρχαιόθεµο ποίηµά του, χρονολογηµένο τον Φεβρουάριο του 1913. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • αυτοκτονικός ιδεασμός:
    Η παρούσα μελέτη έχει σκοπό να διερευνήσει την επικράτηση του αυτοκτονικού ιδεασμού σε πληθυσμό νοσηλευόμενων σχιζοφρενικών ασθενών στην οξεία φάση της νόσου και να αναζητήσει τις κλινικές παραμέτρους που σχετίζονται με τον αυτοκτονικό ιδεασμό. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]