αφροστεφανωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αφροστεφανωμένος αφροστεφανωμένη αφροστεφανωμένο
γενική αφροστεφανωμένου αφροστεφανωμένης αφροστεφανωμένου
αιτιατική αφροστεφανωμένο αφροστεφανωμένη αφροστεφανωμένο
κλητική αφροστεφανωμένε αφροστεφανωμένη αφροστεφανωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αφροστεφανωμένοι αφροστεφανωμένες αφροστεφανωμένα
γενική αφροστεφανωμένων αφροστεφανωμένων αφροστεφανωμένων
αιτιατική αφροστεφανωμένους αφροστεφανωμένες αφροστεφανωμένα
κλητική αφροστεφανωμένοι αφροστεφανωμένες αφροστεφανωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφροστεφανωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αφροστεφανώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αφροστεφανωμένος, -η, -ο

  1. (μεταφορικά) στεφανωμένος με αφρό, γεμάτος αφρό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]