αἰτιατός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αἰτιατός αἰτιατή αἰτιατόν αἰτιατοί αἰτιαταί αἰτιατά
Γενική αἰτιατοῦ αἰτιατῆς αἰτιατοῦ αἰτιατῶν αἰτιατῶν αἰτιατῶν
Δοτική αἰτιατῷ αἰτιατῇ αἰτιατῷ αἰτιατοῖς αἰτιαταῖς αἰτιατοῖς
Αιτιατική αἰτιατόν αἰτιατήν αἰτιατόν αἰτιατούς αἰτιατάς αἰτιατά
Κλητική αἰτιατέ αἰτιατή αἰτιατόν αἰτιατοί αἰτιαταί αἰτιατά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική αἰτιατώ αἰτιατά
Γενική-Δοτική αἰτιατοῖν αἰτιαταῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἰτιατός < ρηματικό επίθετο του αἰτιάομαι/αἰτιῶμαι

Επίθετο[επεξεργασία]

αἰτιατός, -ή, -όν

  1. αιτιατός
  2. (μεσαιωνική ελληνική) ένοχος, υπαίτιος
  3. (ουσιαστικοποιημένο) αἰτιατόν: αποτέλεσμα
     αντώνυμα: αἴτιον