γραφολόγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γραφολόγος γραφολόγοι
γενική γραφολόγου γραφολόγων
αιτιατική γραφολόγο γραφολόγους
κλητική γραφολόγε γραφολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γραφολόγος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική graphologue < γραφή + -λόγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γραφολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  • ο ειδικός στους γραφικούς χαρακτήρες, αυτός που αναγνωρίζει το πρόσωπο που έγραψε ένα ένα κείμενο από το γραφικό του χαρακτήρα ή διαβλέπει ψυχικά γνωρίσματα και ιδιαιτερότητές του


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]