δισεκατομμυριούχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δισεκατομμυριούχος δισεκατομμυριούχοι
γενική δισεκατομμυριούχου δισεκατομμυριούχων
αιτιατική δισεκατομμυριούχο δισεκατομμυριούχους
κλητική δισεκατομμυριούχε δισεκατομμυριούχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δισεκατομμυριούχος < δισεκατομμύριο + -ούχος ( < έχω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δισεκατομμυριούχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός ή αυτή που έχει περιουσία αξίας περισσότερης από ένα δισεκατομμύριο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]