δράκων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Δράκων, δρακών

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

δράκων


Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
δρᾰκοντ-
ονομαστική δράκων οἱ δράκοντες
      γενική τοῦ δράκοντος τῶν δρακόντων
      δοτική τῷ δράκοντ τοῖς δράκουσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν δράκοντ τοὺς δράκοντᾰς
     κλητική ! δράκον δράκοντες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δράκοντε
γεν-δοτ τοῖν  δρακόντοιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
3η κλίση, Κατηγορία 'γέρων' όπως «γέρων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δράκων, ήδη ομηρικό < θέμα δρακ- μεταπτωτική βαθμίδα για γην ινδοευρωπαϊκή ρίζα *derḱ- (κοιτάζω έντοντα)[1] (όπως και στο δέρκομαι) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δράκων αρσενικό

  1. (ερπετό) ερπετό, φίδι
  2. δράκοντας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  1. «δράκοντας» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.