δράκων
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | δράκων | οἱ | δράκοντες | ||||
| γενική | τοῦ | δράκοντος | τῶν | δρακόντων | ||||
| δοτική | τῷ | δράκοντι | τοῖς | δράκουσι(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸν | δράκοντα | τοὺς | δράκοντας | ||||
| κλητική ὦ! | δράκον | δράκοντες | ||||||
| Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | ||||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'γέρων' όπως «γέρων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δράκων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δράκων
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈðɾa.kon/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δρά‐κων
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]δράκων, -οντος αρσενικό
- (καθαρεύουσα) ο δράκοντας
- ※ Τοὺς κατά σου ἐπελθόντας φοβεροὺς καὶ λευγαλέους
Δράκοντας ἀπῆγξας, ἆθλον κατορθοῦσα Ἠρακλέους.
Περὶ σὲ τὰς πολλαπλᾶς των ἥπλωσαν, ὤ φρίκη! σπείρας·
Ἀλλ’ ἐφάνησαν, θραυσθέντες ὑπὸ τὰς ἁβράς σου χεῖρας,
Εἴδωλα πηλοῦ εὐθρύπτου
Καὶ ὁ δράκων τῆς Ἀσίας καὶ ὁ δράκων τῆς Αἰγύπτου.- 1860 συγγραφέας: Ἰωάννης Καρασοῦτσας, Ὕμνος εἰς τὴν Ἑλλάδα, Αθήνα 1860
- ※ Τοὺς κατά σου ἐπελθόντας φοβεροὺς καὶ λευγαλέους
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]δράκων αρσενικό
- γενική πληθυντικού του δράκος
Πηγές
[επεξεργασία]- Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| δρᾰκοντ- | |||||
| ονομαστική | ὁ | δράκων | οἱ | δράκοντες | |
| γενική | τοῦ | δράκοντος | τῶν | δρακόντων | |
| δοτική | τῷ | δράκοντῐ | τοῖς | δράκουσῐ(ν) | |
| αιτιατική | τὸν | δράκοντᾰ | τοὺς | δράκοντᾰς | |
| κλητική ὦ! | δράκον | δράκοντες | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δράκοντε | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | δρακόντοιν | |||
| Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | |||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'γέρων' όπως «γέρων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δράκων, ήδη ομηρικό < μηδενική βαθμίδα δρακ- μεταπτωτική βαθμίδα για γην πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *derḱ- (κοιτάζω έντονα)[1] (όπως και στο δέρκομαι). Για τα nt-θέματα, με την επίδραση του θέματος της ενεργητικής μετοχής σε -ντ (-ων, -οντος) δείτε τον Chantrain (1933:268[2]) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δράκων, -οντος αρσενικό (θηλυκό δράκαινα)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- (Χρειάζεται επεξεργασία)
- Λέξεις δρακ- @perseus.tufts.edu Greek Dictionary Headword Search, Πανεπιστήμιο Tufts
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ «δράκοντας» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ §212, σελ.268 - Chantraine, Pierre (1933). La formation des noms en grec ancien. Paris.
Πηγές
[επεξεργασία]- δράκων - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δράκων - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (καθαρεύουσα)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (καθαρεύουσα)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'γέρων' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γέρων' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γέρων' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επέκταση ετυμολογίας (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ερπετά (αρχαία ελληνικά)
- Ζώα (αρχαία ελληνικά)
- Αστερισμοί (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)