εναέριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εναέριος < εν- + αέριος < αέρας

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εναέριος, -ια, -ιο

  1. αυτός που βρίσκεται ή διασχίζει τον αέρα
    εναέριος σιδηρόδρομος
  2. εναέριος χώρος: το τμήμα της ατμόσφαιρας που ελέγχεται από ένα κράτος στρατιωτικά και όσον αφορά την ασφάλεια των πτήσεων

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εναέριος αρσενικό

  • ονομασία του συνόλου της εγκατάστασης αερομεταφοράς της σμύριδας από τα ορυχεία μέχρι τον όρμο Μουτσούνας, στη Νάξο, (στη ναξιακή διάλεκτο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]