Νάξος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Νάξος
      γενική της Νάξου
    αιτιατική τη Νάξο
     κλητική Νάξε
(Νάξο)
όπως «διχοτόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
η Νάξος στο χάρτη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Νάξος < αρχαία ελληνική Νάξος

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Νάξος θηλυκό, μόνο στον ενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Νάξος
Γενική Νάξου
Δοτική Νάξ
Αιτιατική Νάξον
Κλητική Νάξε

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Νάξος < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Νάξος

  1. ανδρικό όνομα (αρσενικό)
  2. Νάξος, το νησί των Κυκλάδων (θηλυκό)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]