εξωκρινής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξωκρινής η εξωκρινής το εξωκρινές
      γενική του εξωκρινούς της εξωκρινούς του εξωκρινούς
    αιτιατική τον εξωκρινή την εξωκρινής το εξωκρινές
     κλητική εξωκρινή(ς) εξωκρινής εξωκρινές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξωκρινείς οι εξωκρινείς τα εξωκρινή
      γενική των εξωκρινών των εξωκρινών των εξωκρινών
    αιτιατική τους εξωκρινείς τις εξωκρινείς τα εξωκρινή
     κλητική εξωκρινείς εξωκρινείς εξωκρινή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξωκρινής < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική exocrine < αρχαία ελληνική ἔξω + (ἐκ)κρίνω

Επίθετο[επεξεργασία]

εξωκρινής, -ήσαν, -ές

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]