επετειακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επετειακός επετειακή επετειακό
γενική επετειακού επετειακής επετειακού
αιτιατική επετειακό επετειακή επετειακό
κλητική επετειακέ επετειακή επετειακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επετειακοί επετειακές επετειακά
γενική επετειακών επετειακών επετειακών
αιτιατική επετειακούς επετειακές επετειακά
κλητική επετειακοί επετειακές επετειακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επετειακός < επέτειος + -ακός < αρχαία ελληνική ἐπέτειος < ἐπί + ἔτος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.pɛ.ti.a.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επετειακός

  • που γίνεται σε μια επέτειο ή αναφέρεται σ’ αυτή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]