επιτετραμμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική επιτετραμμένος επιτετραμμένη επιτετραμμένο
γενική επιτετραμμένου επιτετραμμένης επιτετραμμένου
αιτιατική επιτετραμμένο επιτετραμμένη επιτετραμμένο
κλητική επιτετραμμένε επιτετραμμένη επιτετραμμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιτετραμμένοι επιτετραμμένες επιτετραμμένα
γενική επιτετραμμένων επιτετραμμένων επιτετραμμένων
αιτιατική επιτετραμμένους επιτετραμμένες επιτετραμμένα
κλητική επιτετραμμένοι επιτετραμμένες επιτετραμμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιτετραμμένος < ἐπιτετραμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου (ἐπιτέτραμμαι) του ρήματος ἐπιτρέπω < για να αποδοθεί στα ελληνικά ο διπλωματικός βαθμός chargé d’affaires

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

επιτετραμμένος

  1. ο επιφορτισμένος, ο υπεύθυνος, που του έχει ανατεθεί μια συγκεκριμένη ευθύνη, που εκπροσωπεί (που του επιτρέπονται πολλές πρωτοβουλίες)
  2. (διπλωματία) επιτετραμμένος είναι εκείνος που εκπροσωπεί σε μια ξένη χώρα τη δική του και αναπληρώνει τον πρεσβευτή ή που θεωρείται πρεσβευτής ως επικεφαλής μικρής διπλωματικής αποστολής σε χώρα όπου η δική του δεν εκπροσωπείται σε επίπεδο πρεσβείας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]