πρεσβεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρεσβεία πρεσβείες
γενική πρεσβείας πρεσβειών
αιτιατική πρεσβεία πρεσβείες
κλητική πρεσβεία πρεσβείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρεσβεία < αρχαία ελληνική πρεσβεία < πρέσβυς (ηλικιωμένος, σεβαστός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρεσβεία θηλυκό

  1. (πολιτική) η διπλωματική αντιπροσωπεία μιας χώρας σε μια άλλη χώρα
    Η γυναίκα μου εργάζεται στην ελληνική πρεσβεία.
  2. (συνεκδοχικά) το κτήριο στο οποίο εδρεύει αυτή η αντιπροσωπεία
    Οι πρεσβείες βρίσκονται πάντα στη πρωτεύουσα της χώρας.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]