Μετάβαση στο περιεχόμενο

ευφυΐα

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από ευφυία)
Δείτε επίσης: εὐφυΐα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ευφυΐα οι ευφυΐες
      γενική της ευφυΐας
    αιτιατική την ευφυΐα τις ευφυΐες
     κλητική ευφυΐα ευφυΐες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ευφυΐα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐφυΐα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.fiˈi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ευφυΐα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ευφυΐα θηλυκό

  1. η ικανότητα αντίληψης του κόσμου, η ευθυκρισία και η δυνατότητα του ατόμου να ενεργεί λειτουργικά, αποδοτικά, η ιδιότητα του ευφυούς
      Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον αχυρώνα του πατέρα του ενώ μελετά την καύση.
    Benjamin Reyners, Τόμας Έντισον, Οι μεγάλες εφευρέσεις μιας ακόρεστης ιδιοφυΐας, μετάφραση: Lina Sideris, αρχική δημοσίευση: (2023), εκδόσεις: 50Minutes.com, ISBN 9782808665063, @google.gr/books
  2. πρακτική και μετρήσιμη ικανότητα (δείκτης ευφυΐας)
    • γενική ευφυΐα (συνολικό εύρος ικανοτήτων, αποδοτικότητας)
    • μία από τις επιμέρους ευφυΐες (ικανότητες, αποδόσεις σε συγκεκριμένο τομέα. Π.χ. αριθμητική, χωροταξική, λεκτική, συναισθηματική, μουσική κτλ.)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]