ηλεκτρομαγνητισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηλεκτρομαγνητισμός ηλεκτρομαγνητισμοί
γενική ηλεκτρομαγνητισμού ηλεκτρομαγνητισμών
αιτιατική ηλεκτρομαγνητισμό ηλεκτρομαγνητισμούς
κλητική ηλεκτρομαγνητισμέ ηλεκτρομαγνητισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλεκτρομαγνητισμός < ηλεκτρο- + μαγνητισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηλεκτρομαγνητισμός αρσενικό

  1. κλάδος της φυσικής που εξετάζει τη σχέση ηλεκτρικών πεδίων, μαγνητικών πεδίων, ηλεκτρικού ρεύματος και κινούμενων ηλεκτρικών φορτίων
  2. κλάδος της φυσικής που αποτελείται από τον ηλεκτρισμό, το μαγνητισμό, τον ηλεκτρομαγνητισμό, και την κυματική μελέτη του φωτός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]