θυμάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θυμάρι τα θυμάρια
      γενική του θυμαριού των θυμαριών
    αιτιατική το θυμάρι τα θυμάρια
     κλητική θυμάρι θυμάρια
Παράρτημα
Thymus vulgaris DehesaBoyal2.jpg

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θυμάρι < αρχαία ελληνική θύμος / θύμον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θυμάρι ουδέτερο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]