κάλαντα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κάλαντα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα κάλαντα
      γενική των καλάντων
    αιτιατική τα κάλαντα
     κλητική κάλαντα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάλαντα < μεσαιωνική ελληνική Κάλαντα < καλάνδαι / καλένδαι < ελληνιστική κοινή καλάνδαι < λατινική kalendae [1] < calo [2] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelh₁- (καλώ, φωνάζω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈka.lan.da/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάλαντα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  • παραδοσιακά τραγούδια, τα οποία ψάλλονται κυρίως από παιδιά που τριγυρνούν στα σπίτια την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών του Δωδεκαήμερου, αναφέρονται στο περιεχόμενό τους και περιλαμβάνουν ευχές για τους νοικοκύρηδες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. βλ. καλένδες
  2. από τη φράση «kalo Iuno Covella»=calo Juno Covella