κάσσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κάσσα | οι | κάσσες |
| γενική | της | κάσσας | των | κασσών |
| αιτιατική | την | κάσσα | τις | κάσσες |
| κλητική | κάσσα | κάσσες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κάσσα < (άμεσο δάνειο) ιταλική cassa < λατινική capsa < capiō < πρωτοϊταλική *kapjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *keh₂p- (πιάνω)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈka.sa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κάσ‐σα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κάσσα θηλυκό
- άλλη γραφή του κάσα
- ※ Μπορεί να ‘ναι ό,τι θέλεις, άξαφνα κάσσες ξύλινες με σωρό έπιπλα ή όπως έτυχε κιόλας μια φορά, με πιάνο μέσα.
- 1911 συγγραφέας: Γιάννης Ψυχάρης, Ο Ελληνο-ελβετικός πόλεμος, 1 Μαΐου 1911
- ※ Μπορεί να ‘ναι ό,τι θέλεις, άξαφνα κάσσες ξύλινες με σωρό έπιπλα ή όπως έτυχε κιόλας μια φορά, με πιάνο μέσα.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κάσσα
|
| Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των κλίσεων που χρειάζονται έλεγχο. |
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | κάσσᾰ | αἱ | κάσσαι |
| γενική | τῆς | κάσσης | τῶν | κασσῶν |
| δοτική | τῇ | κάσσῃ | ταῖς | κάσσαις |
| αιτιατική | τὴν | κάσσᾰν | τὰς | κάσσᾱς |
| κλητική ὦ! | κάσσᾰ | κάσσαι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κάσσᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | κάσσαιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κάσσα θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- κάσσα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊταλική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *keh₂p- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γλῶσσα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δόξα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δόξα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)