καβαλιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική καβαλιστικός καβαλιστική καβαλιστικό
γενική καβαλιστικού καβαλιστικής καβαλιστικού
αιτιατική καβαλιστικό καβαλιστική καβαλιστικό
κλητική καβαλιστικέ καβαλιστική καβαλιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καβαλιστικοί καβαλιστικές καβαλιστικά
γενική καβαλιστικών καβαλιστικών καβαλιστικών
αιτιατική καβαλιστικούς καβαλιστικές καβαλιστικά
κλητική καβαλιστικοί καβαλιστικές καβαλιστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καβαλιστικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καβαλιστικός, -ή, -ό και καββαλιστικός

  1. σχετικός με τον καβαλισμό
  2. (μεταφορικά) που δεν μπορεί να κατανοηθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ακατανόητος, μυστηριώδης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]