κανίβαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κανίβαλος κανίβαλοι
γενική κανιβάλου κανιβάλων
αιτιατική κανίβαλο κανιβάλους
κλητική κανίβαλε κανίβαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανίβαλος < ισπανική caníbal, που χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Κολόμβο για τους ανθρωποφάγους της Καραϊβικής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈni.va.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κανίβαλος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που επιδίδεται σε κανιβαλισμό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανθρωποφάγος
  2. (συνεκδοχικά) το ζώο που τρέφεται από ζώα του είδους του
  3. (κυριολεκτικά) ή (μεταφορικά) που ενισχύεται καταστρέφοντας ή απορροφώντας άτομα του είδους τους
    • Ο γαλαξίας μας ήταν τρομερός κανίβαλος. «Καταβρόχθισε» έντεκα γαλαξίες. in.gr[1]
  4. (μεταφορικά) ο άνθρωπος που φέρεται με σκληρότητα και θηριώδη τρόπο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απολίτιστος, πρωτόγονος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]