κατήφεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατήφεια κατήφειες
γενική κατήφειας κατηφειών
αιτιατική κατήφεια κατήφειες
κλητική κατήφεια κατήφειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατήφεια < αρχαία ελληνική κατήφεια < κατηφής

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈti.fi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατήφεια θηλυκό

  1. ψυχική κατάσταση κατά την οποία δεν έχουμε καλή διάθεση, δεν έχουμε κέφι
    μετά από την ήττα της ομάδας, η κατήφεια ήταν εμφανής στο πρόσωπο όλων των αθλητών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πρότυπο:κλειδ-ελλ