καυλωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καυλωμένος η καυλωμένη το καυλωμένο
      γενική του καυλωμένου της καυλωμένης του καυλωμένου
    αιτιατική τον καυλωμένο την καυλωμένη το καυλωμένο
     κλητική καυλωμένε καυλωμένη καυλωμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καυλωμένοι οι καυλωμένες τα καυλωμένα
      γενική των καυλωμένων των καυλωμένων των καυλωμένων
    αιτιατική τους καυλωμένους τις καυλωμένες τα καυλωμένα
     κλητική καυλωμένοι καυλωμένες καυλωμένα
όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καυλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καυλώνω

Μετοχή[επεξεργασία]

καυλωμένος, -η, -ο

  1. σε κατάσταση καύλας, σεξουαλικής διέγερσης
  2. σε στύση, ιθυφαλλικός
  3. (μεταφορικά), (οικείο) ενθουσιασμένος

<br clear="all"

Μεταφράσεις[επεξεργασία]