κερκόπορτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κερκόπορτα κερκόπορτες
γενική κερκόπορτας
αιτιατική κερκόπορτα κερκόπορτες
κλητική κερκόπορτα κερκόπορτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κερκόπορτα < μεσαιωνική ελληνική κερκόπορτα < αρχαία ελληνική κέρκος[1] (ουρά ζώου, πίσω μέρος) + πόρτα (< ελληνιστική κοινή πόρτα < λατινική porta)[2]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κερκόπορτα θηλυκό

  1. (μεταφορικά) αδύνατο σημείο άμυνας (από την ονομασία της ομώνυμης πύλης στα τείχη της Κωνσταντινούπολης)
  2. (μεταφορικά) αδύνατο σημείο που μπορεί να φέρει την καταστροφή ή τη διάλυση

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. το α’ συνθετικό θα μπορούσε να είναι < λατινική quercus (δρυς)
  2. πίσω πόρτα, παραπόρτι