κεφαλαιοκράτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεφαλαιοκράτης κεφαλαιοκράτες
γενική κεφαλαιοκράτη κεφαλαιοκρατών
αιτιατική κεφαλαιοκράτη κεφαλαιοκράτες
κλητική κεφαλαιοκράτη κεφαλαιοκράτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεφαλαιοκράτης < κεφάλαιο + -ο- + -κράτης (κρατώ + -ης, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική capitaliste)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ke.fa.lε.o.'kra.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεφαλαιοκράτης αρσενικό (θηλυκό: κεφαλαιοκράτισσα)

  1. (οικονομία) αυτός που κατέχει (μεγάλα) κεφάλαια και (σε καπιταλιστικά πλαίσια) προσπαθεί να τα διατηρήσει ή να τα αυξήσει
  2. (οικονομία) οπαδός και υπέρμαχος του καπιταλιστικού συστήματος, της κεφαλαιοκρατίας

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]