κουδουνάτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κουδουνάτος < κουδούν(α) / κουδούν(ι) + -άτος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ku.ðuˈna.tos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κου‐δου‐νά‐τος

Επίθετο

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κουδουνάτος η κουδουνάτη το κουδουνάτο
      γενική του κουδουνάτου της κουδουνάτης του κουδουνάτου
    αιτιατική τον κουδουνάτο την κουδουνάτη το κουδουνάτο
     κλητική κουδουνάτε κουδουνάτη κουδουνάτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κουδουνάτοι οι κουδουνάτες τα κουδουνάτα
      γενική των κουδουνάτων των κουδουνάτων των κουδουνάτων
    αιτιατική τους κουδουνάτους τις κουδουνάτες τα κουδουνάτα
     κλητική κουδουνάτοι κουδουνάτες κουδουνάτα
Κατηγορία όπως «ξένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

κουδουνάτος, -η, -ο [1]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

→ και δείτε τη λέξη κουδούνι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κουδουνάτος οι κουδουνάτοι
      γενική του κουδουνάτου των κουδουνάτων
    αιτιατική τον κουδουνάτο τους κουδουνάτους
     κλητική κουδουνάτε κουδουνάτοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

κουδουνάτος αρσενικό [2]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία, .
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)