κόλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόλα < πιθανόν να προήλθε από παραφθορά της ελληνιστικής λέξης πρωτόκολλον, που σήμαινε την πρώτη σελίδα περιεχομένων που κολλούσαν στην αρχή του βιβλίου ή να προέκυψε από την μεταγενέστερη χρήση της λέξης πρωτόκολλο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόλα θηλυκό

  1. φύλλο χαρτιού
    • Γράψ' το σε παρακαλώ σε μια κόλα αναφοράς
    • Ούτε καταλάβαμε για πότε μας έμπλεξε και μας τύλιξε σε μια κόλα χαρτί (δηλ. σε μια γραπτή μήνυση)
    • Στον τελικό διαγωνισμό δυστυχώς παρέδωσε λευκή κόλα (δηλ. δεν έγραψε τίποτα)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]