πρωτόκολλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πρωτόκολλο τα πρωτόκολλα
      γενική του πρωτοκόλλου
& πρωτόκολλου
των πρωτοκόλλων
& πρωτόκολλων
    αιτιατική το πρωτόκολλο τα πρωτόκολλα
     κλητική πρωτόκολλο πρωτόκολλα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωτόκολλο < μεσαιωνική ελληνική πρωτόκολλον < πρῶτος + κολλάω/κολλῶ ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) protocole < μεσαιωνική λατινική protocollum < υστερολατινική protocollum < μεσαιωνική ελληνική πρωτόκολλον)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρωτόκολλο ουδέτερο

  1. (παλαιογραφία) σημείωση που βρισκόταν σε κυλινδρικούς παπύρους, κολλημένη στην αρχή του κειμένου, και περιείχε εξήγηση ή περίληψη του περιεχομένου
  2. (παλαιογραφία) το πρώτο τεμάχιο ή τμήμα ειληταρίου
  3. βιβλίο στο οποίο καταγράφονται ημερολογιακά και με αύξοντα αριθμό όλα τα εισερχόμενα-εξερχόμενα
  4. (συνεκδοχικά) Η υπηρεσία που τηρεί το αντίστοιχο πρωτόκολλο
    Πέρασε από το πρωτόκολλο να πάρεις αριθμό.
  5. έντυπο στο οποίο καταγράφονται λεπτομερώς όλες οι πράξεις που γίνονται κατά τη διαδικασία παράδοσης και παραλαβής ή άλλων ενεργειών
    Στο πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής φαίνεται ότι υπήρχαν μόνο 4 καρέκλες.
    Τι είναι, πότε συντάσσεται και πότε γίνεται οριστικό το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής;
  6. σύνολο κανόνων που πρέπει να ακολουθούνται.
    Κατά τη διάρκεια ερευνών πρέπει να ακολουθείται επιστημονικό πρωτόκολλο βασισμένο στις οδηγίες έγκριτων οργανισμών υγείας.
  7. (στην πολιτική/διπλωματία) Πρωτόκολλο:
    1. έντυπο όπου αναφέρεται όλο το εθιμοτυπικό για κρατικούς αξιωματούχους.
      Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας παρίσταται μόνον στην εξόδιο ακολουθία.
    2. έντυπο που αναφέρει όλο το εθιμοτυπικό για την εκτέλεση διπλωματικών πράξεων μεταξύ κρατών
    3. έντυπο που αναφέρει επί μέρους λεπτομέρειες σχετικά με συνθήκη που υπογράφτηκε
      Στις 11 Δεκεμβρίου 1997, στη πόλη Κιότο της Ιαπωνίας, συνήφθη το λεγόμενο Πρωτόκολλο του Κιότο που ορίζει δεσμευτικές οριακές τιμές εκπομπών αερίων...
  8. (πληροφορική) σύνολο επίσημων και κοινά αποδεκτών, κανόνων που περιγράφουν τον τρόπο μετάδοσης ή ανταλλαγής δεδομένων, ειδικά σε ένα δίκτυο
    Το IP είναι ένα ασύγχρονο πρωτόκολλο επικοινωνίας για δίκτυα.
    ※  Ένα πρωτόκολλο είναι ένα σύνολο κανόνων και προδιαγραφών, που περιγράφουν πώς θα γίνει μια συγκεκριμένη λειτουργία, έτσι ώστε οι συσκευές που εφαρμόζουν (ή αλλιώς τρέχουν) το ίδιο πρωτόκολλο να είναι συμβατές μεταξύ τους.[1]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Νίκος Κοντονάτσιος, Μάθημα 1. Δίκτυα και πρωτόκολλα. Προσπέλαση 2020-04-15