κόνικλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόνικλος κόνικλοι
γενική κόνικλου κόνικλων
αιτιατική κόνικλο κόνικλους
κλητική κόνικλε κόνικλοι
κόνικλος < αρχαία ελληνική κόνικλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόνικλος αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόνικλος κονίκλω κόνικλοι
Γενική κονίκλου κονίκλοιν κονίκλων
Δοτική κονίκλ κονίκλοιν κονίκλοις
Αιτιατική κόνικλον κονίκλω κονίκλους
Κλητική κόνικλε κονίκλω κόνικλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόνικλος < λατινική, cuniculus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόνικλος ουδέτερο

  • (ελληνιστική κοινή ) (ζωολογία) κουνέλι
    Πέφυκε δὲ καὶ λαγὼς ἕτερος μικρὸς τὴν φύσιν, οὐδὲ αὔξεταί ποτε· κόνικλος ὄνομα αὐτῷ. οὔκ εἰμι δὲ ποιητὴς ὀνομάτων, ὅθεν καὶ ἐν τῇδε τῇ συγγραφῇ φυλάττω τὴν ἐπωνυμίαν τὴν ἐξ ἀρχῆς, ἥνπερ οὖν ῎Ιβηρες οἱ ῾Εσπέριοι ἔθεντό οἱ, παρ' οἷς καὶ γίνεται τε καὶ ἔστι πάμπολυς. (Κλαύδιος Αιλιανός (2ος-3ος αι. μ.Χ.), Περὶ Ζῴων Ἰδιότητος, 13, 15, 1-6)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]