λαγώς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική λαγώς λαγώ λαγ
Γενική λαγώ λαγῴν λαγών
Δοτική λαγ λαγῴν λαγῴς
Αιτιατική λαγών λαγώ λαγώς
Κλητική λαγώς λαγώ λαγ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαγώς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sleh₁g- (δειλός, αδύναμος). Συγγενές με τα (λατινικά) laxus, (σανσκριτικά) लङ्ग (laṅga, αδύνατος), (πρωτογερμανικά) *lakana-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαγώς αρσενικό

  1. (ζωολογία) λαγός
  2. (ορνιθολογία) είδος πτηνού (μνημονεύεται μαζί με χελιδόνια)
  3. (ιχθυολογία) είδος ψαριού (lepus marinus)
  4. (αστερισμός) ονομασία αστερισμού
  5. είδος επιδέσμου

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]