μαργαρίνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαργαρίνη μαργαρίνες
γενική μαργαρίνης μαργαρινών
αιτιατική μαργαρίνη μαργαρίνες
κλητική μαργαρίνη μαργαρίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαργαρίνη < από τη γαλλική margarine

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαργαρίνη θηλυκό

  1. τεχνητό βούτυρο φυτικής προέλευσης, υποκατάστατο του φρέσκου ζωικού βουτύρου

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]