μετόχιον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μετόχιον μετοχίω μετόχια
Γενική μετοχίου μετοχίοιν μετοχίων
Δοτική μετοχί μετοχίοιν μετοχίοις
Αιτιατική μετόχιον μετοχίω μετόχια
Κλητική μετόχιον μετοχίω μετόχια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετόχιον < αρχαία ελληνική μετοχή + υποκοριστικό επίθημα -ιον < μετέχω < ἔχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετόχιον ουδέτερο

  1. μετόχι
    Πρὸς τοῖς δε κ(αὶ) κτήματα παντοῖα· ἀμπελῶνάς τε κ(αὶ) ἀγρούς, κήπους τε κ(αὶ) παραδείσους· κ(αὶ) μετόχια κ(αὶ) μύλωνας κ(αὶ) ζεύγη βοῶν κ(αὶ) ἵππους κ(αὶ) ἡμιόνους κ(αὶ) ἕτερα διάφορα ἐν αὐτῇ ἀφιερώσαμεν κ(αὶ) πάντα ὅσα ἦν ὑπὸ τὴν ἡμετέραν δύναμιν ἐκτησάμεθα ἐν ταύτῃ, τοῦ εἶναι ἀνελλιπῆ κ(αὶ) ἀδεᾶ τῶν χρειωδῶν αὐτῇ. (Η διαθήκη των κτιτόρων της Μονής Ρουσάνου Ιωάσαφ και Μάξιμου (1545), βλ. Δημήτριος Σοφιανός, περιοδικό Τρικαλινά, 12 (1992), σελ. 7-38)
  2. (κατ’ επέκταση) αγροικία ενός ιδιώτη που βρίσκεται σ' ένα κτήμα
    Εκεί ήσαν κάμποι και βουνιά, και δάση και λαγκάδια, / χορτάρια, λούλουδα, φυτά, και βρύσες και πηγάδια, / δέντρη μ' ανθούς και με καρπούς, και δροσερά λιβάδια, / μετόχια με πολλούς βοσκούς κι αρίφνητα κουράδια. (Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Β, 633-636)

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]