μεφιτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεφιτικός μεφιτική μεφιτικό
γενική μεφιτικού μεφιτικής μεφιτικού
αιτιατική μεφιτικό μεφιτική μεφιτικό
κλητική μεφιτικέ μεφιτική μεφιτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεφιτικοί μεφιτικές μεφιτικά
γενική μεφιτικών μεφιτικών μεφιτικών
αιτιατική μεφιτικούς μεφιτικές μεφιτικά
κλητική μεφιτικοί μεφιτικές μεφιτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεφιτικός < γαλλική méphitique

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεφιτικός

  1. που αποπνέει μια δυσάρεστη μυρωδιά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: αποπνικτικός, βρομερός, δύσοσμος, δυσώδης
  2. που προκαλεί αποστροφή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: αηδιαστικός
  3. δηλητηριώδης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]