οικοδόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο οικοδόμος οι οικοδόμοι
      γενική του οικοδόμου των οικοδόμων
    αιτιατική τον οικοδόμο τους οικοδόμους
     κλητική οικοδόμε οικοδόμοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικοδόμος < αρχαία ελληνική οἰκοδόμος < οἶκος + δέμω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οικοδόμος αρσενικό(πληθυντικός οικοδόμοι)

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]