πέρδικα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πέρδικα πέρδικες
γενική πέρδικας περδίκων
αιτιατική πέρδικα πέρδικες
κλητική πέρδικα πέρδικες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέρδικα < αρχαία ελληνική πέρδιξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɛɾ.ði.ka/
μια πέρδικα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέρδικα θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) πτηνό μετρίου μεγέθους, το οποίο μοιάζει με κότα κι έχει κοντό και στρογγυλό σώμα, κοντή ουρά και δυνατές φτερούγες. Χαρακτηριστικό είναι το κελάηδημά και το όλο καμάρι περπάτημά του. Θηρεύεται, επίσης, για το νόστιμο κρέας του
  2. (χαρακτηρισμός) γυναίκα με καμαρωτό παράστημα και περπάτημα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]