παλιρροϊκός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παλιρροϊκός παλιρροϊκή παλιρροϊκό
γενική παλιρροϊκού παλιρροϊκής παλιρροϊκού
αιτιατική παλιρροϊκό παλιρροϊκή παλιρροϊκό
κλητική παλιρροϊκέ παλιρροϊκή παλιρροϊκό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παλιρροϊκοί παλιρροϊκές παλιρροϊκά
γενική παλιρροϊκών παλιρροϊκών παλιρροϊκών
αιτιατική παλιρροϊκούς παλιρροϊκές παλιρροϊκά
κλητική παλιρροϊκοί παλιρροϊκές παλιρροϊκά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιρροϊκός < ελληνιστική κοινή παλιρροέω, -ῶ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παλιρροϊκός, -ή, -ό

  1. σχετικός με το φαινόμενο της παλίρροιας
  2. σχετικός με φαινόμενα που μεταβάλλονται περιοδικά και προκαλλούνται από τη βαρυτική έλξη μεταξύ σωμάτων (όπως π.χ. εξαιτίας της έλξης που ασκεί η Σελήνη στους ωκεανούς της Γης
  3. παλιρροϊκό κύμα: κύμα που προκαλείται από σεισμική ή ηφαιστειακή δραστηριότητα ή κάποιο ανόλογο φαινόμενο μεγάλης κλίμακας (όπως π.χ. πρόσκρουση μετεωρίτη) και χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη έκταση και την ικανότητα να διανύει πολύ μεγάλη απόσταση


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]