παρόρμηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρόρμηση παρορμήσεις
γενική παρόρμησης
& παρορμήσεως
παρορμήσεων
αιτιατική παρόρμηση παρορμήσεις
κλητική παρόρμηση παρορμήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρόρμηση < αρχαία ελληνική παρόρμησις < παρορμέω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ˈɾɔɾ.mi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρόρμηση θηλυκό

  1. ψυχαναγκαστική και ακατανίκητη τάση προς εκτέλεση διαφόρων πράξεων. Ορισμένες καταστάσεις όπως πείνα, οργή και εγκυμοσύνη μπορούν να προκαλέσουν την εμφάνιση παρορμήσεων σε άτομα κατά τ' άλλα φυσιολογικά.
    οι παρορμήσεις αποτελούν συχνή εκδήλωση διαφόρων νευρικών και ψυχικών παθήσεων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]