παρόρμηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρόρμηση < αρχαία ελληνική παρόρμησις < παρορμέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρόρμηση θηλυκό

  1. ψυχαναγκαστική και ακατανίκητη τάση προς εκτέλεση διαφόρων πράξεων. Ορισμένες καταστάσεις όπως πείνα, οργή και εγκυμοσύνη μπορούν να προκαλέσουν την εμφάνιση παρορμήσεων σε άτομα κατά τ' άλλα φυσιολογικά.
    οι παρορμήσεις αποτελούν συχνή εκδήλωση διαφόρων νευρικών και ψυχικών παθήσεων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]