πλημμυρισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πλημμυρισμένος πλημμυρισμένη πλημμυρισμένο
γενική πλημμυρισμένου πλημμυρισμένης πλημμυρισμένου
αιτιατική πλημμυρισμένο πλημμυρισμένη πλημμυρισμένο
κλητική πλημμυρισμένε πλημμυρισμένη πλημμυρισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πλημμυρισμένοι πλημμυρισμένες πλημμυρισμένα
γενική πλημμυρισμένων πλημμυρισμένων πλημμυρισμένων
αιτιατική πλημμυρισμένους πλημμυρισμένες πλημμυρισμένα
κλητική πλημμυρισμένοι πλημμυρισμένες πλημμυρισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλημμυρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλημμυρίζω και πλημμυρώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πλημμυρισμένος, -η, -ο

  1. Ευθύς γύρισε πίσω, πέρασε τον Ισθμό της Κορίνθου, ανέβηκε στη Στερεά Ελλάδα, και σταμάτησε στον Σπερχειό, που ήταν πλημμυρισμένος και τον εμπόδιζε να περάσει με το στρατό του. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]