πορδή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πορδή πορδές
γενική πορδής πορδών
αιτιατική πορδή πορδές
κλητική πορδή πορδές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πορδή < αρχαία ελληνική πορδή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔɾ.ˈði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πορδή θηλυκό

  1. η εκούσια ή ακούσια αποβολή αερίων του εντέρου από τον πισινό, που μπορεί και να δημιουργεί ήχο (ενίοτε δύσοσμη)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κλανιά, φύσα
  2. (μεταφορικά) για άτομο μικρής ηλικίας
    ο γιος σου είναι μια σταλιά πορδή και αντιμιλάει
  3. (μεταφορικά) για ασήμαντο άτομο
    ο Νίκος είναι μια πορδή, μην τον ξεσυνερίζεσαι.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κούφια / τζούφια πορδή: πορδή η οποία δεν δημιούργησε ήχο
  • με πορδές δεν βάφονται αβγά: πρέπει να εργαστείς, να ακολουθήσεις μια μέθοδο/διαδικασία ή ότι συμφώνησες με κάποιον
  • (πετάγομαι) σαν (την) πορδή: μιλώ άκαιρα χωρίς να έχω τον λόγο, λέω άσχετα/ενοχλητικά πράγματα χωρίς να μου απευθύνουν τον λόγο
  • όταν μιλούν οι κώλοι, βγαίνουν πορδές: τα ανούσια/απαίσια άτομα μιλούν ανούσια/απαίσια

Nuvola apps noatun.png Παροιμίες[επεξεργασία]

  • «ο καθένας κάνει την πορδή του μοσχολίβανο».

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πορδή < πέρδομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πορδή θηλυκό