πορδή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | πορδή | οι | πορδές |
| γενική | της | πορδής | των | πορδών |
| αιτιατική | την | πορδή | τις | πορδές |
| κλητική | πορδή | πορδές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- πορδή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πορδή
Προφορά
Ουσιαστικό
πορδή θηλυκό
- η εκούσια ή ακούσια αποβολή αερίων του εντέρου από τον πισινό, που μπορεί και να δημιουργεί ήχο (ενίοτε δύσοσμη)
- (μεταφορικά) για άτομο μικρής ηλικίας
ο γιος σου είναι μια σταλιά πορδή και αντιμιλάει
- ※ Ε τώρα, πώς σου φαίνεται το γλέντι; Δεν είναι όπως σου τα ’λεγα στην Άρτα; Με πορδές δεν βάφουν αυγά, δεν τα βάζουν έτσι με την Τουρκιά. (β|Κωσταντίνος Χατζόπουλος}}, Αντάρτης, 1907)
- (μεταφορικά) για ασήμαντο άτομο
ο Νίκος είναι μια πορδή, μην τον ξεσυνερίζεσαι.
Εκφράσεις
- κούφια / τζούφια πορδή: πορδή η οποία δεν δημιούργησε ήχο
- με πορδές δεν βάφονται αβγά: πρέπει να εργαστείς, να ακολουθήσεις μια μέθοδο/διαδικασία ή ότι συμφώνησες με κάποιον
- (πετάγομαι) σαν (την) πορδή: μιλώ άκαιρα χωρίς να έχω τον λόγο, λέω άσχετα/ενοχλητικά πράγματα χωρίς να μου απευθύνουν τον λόγο
- όταν μιλούν οι κώλοι, βγαίνουν πορδές: τα ανούσια/απαίσια άτομα μιλούν ανούσια/απαίσια
Παροιμίες
- «ο καθένας κάνει την πορδή του μοσχολίβανο».
Συνώνυμα
Συγγενικά
Σύνθετα
Δείτε επίσης
-
πορδή στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
πορδή
Αρχαία ελληνικά (grc)
Ετυμολογία
πορδή < πέρδομαι
Ουσιαστικό
πορδή θηλυκό
Πηγές
- πορδή - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πορδή - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)