πορφύρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πορφύρα πορφύρες
γενική πορφύρας πορφυρών
αιτιατική πορφύρα πορφύρες
κλητική πορφύρα πορφύρες
Το όστρακο haustellum brandaris.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πορφύρα < αρχαία ελληνική πορφύρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πορφύρα θηλυκό

  1. (ζωολογία) το όστρακο haustellum brandaris
  2. χρωστική ουσία ανεξίτηλου βαθυκόκκινου χρώματος, που παράγεται με κατάλληλη επεξεργασία από το όστρακο haustellum brandaris
    πορφύρα (χρώμα):    
    Το πορφυρό χρώμα, γνωστή ως πορφύρα από αρχαιοτάτων χρόνων σαν βασιλική βαφή, ήταν η ωραιότερη και ακριβότερη βαφή. Η πορφύρα θεωρήθηκε από την αρχή ευγενές χρώμα και σύμβολο των θεών και βασιλιάδων. Η λέξη πορφύρα είναι το συνολικό όνομα μιας ομάδας οικογενειακών κοχυλιών, ενώ η παραγωγή τους ήταν πολύ επίπονη και απαιτούνταν μεγάλος αριθμός κοχυλιών και άλλων μαλακίων που συγκεντρώνονταν σταγόνα σταγόνα. (*)
  3. (συνεκδοχικά) το (συνήθως επίσημο βασιλικό) ένδυμα που έχει βαφεί μ’ αυτό το χρώμα
  4. (συνεκδοχικά) (κατ’ επέκταση) η βασιλική ή αυτοκρατορική εξουσία
  5. (ιατρική) δερματοπάθεια κατά την οποία εμφανίζονται μικρές κοκκινωπές κηλίδες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]