πτερόσαυρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πτερόσαυρος πτερόσαυροι
γενική πτεροσαύρου
& πτερόσαυρου
πτεροσαύρων
& πτερόσαυρων
αιτιατική πτερόσαυρο πτεροσαύρους
& πτερόσαυρους
κλητική πτερόσαυρε πτερόσαυροι
σκελετοί πτερόσαυρων.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτερόσαυρος < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική pterosaurus < αρχαία ελληνική πτερόν + -σαυρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ptɛ.'ɾɔ.sa.vɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτερόσαυρος αρσενικό

  • (ερπετολογία) (παλαιοντολογία) εξαφανισμένο ιπτάμενο ερπετό το οποίο έζησε κατά τον Μεσοζωικό αιώνα
    Μια πραγματικά εκπληκτική ανακάλυψη έκαναν ερευνητές του Πανεπιστημίου Universidade do Contestado στη Βραζιλία. Ανακάλυψαν απολιθώματα ενός ολόκληρου σμήνους πτεροσαύρων τα μέλη του οποίου όπως διαπιστώθηκε ανήκουν μάλιστα σε ένα άγνωστο μέχρι σήμερα είδος που ζούσε στο Κρητιδικό, τη γεωλογική περίοδο που εξαφανίστηκαν οι δεινόσαυροι. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]