πώγων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πώγων < αρχαία ελληνική πώγων < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ghon- / *ghen- (στόμα, πιγούνι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πώγων αρσενικό

  1. (λόγιο) γένι
  2. (λόγιο) πιγούνι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πώγων πώγωνε πώγωνες
Γενική πώγωνος πωγώνοιν πωγώνων
Δοτική πώγωνι πωγώνοιν πώγωσι(ν)
Αιτιατική πώγωνα πώγωνε πώγωνας
Κλητική πώγων πώγωνε πώγωνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πώγων < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ghon- / *ghen- (στόμα, πιγούνι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πώγων αρσενικό