ρεαλιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ρεαλιστικός ρεαλιστική ρεαλιστικό
γενική ρεαλιστικού ρεαλιστικής ρεαλιστικού
αιτιατική ρεαλιστικό ρεαλιστική ρεαλιστικό
κλητική ρεαλιστικέ ρεαλιστική ρεαλιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρεαλιστικοί ρεαλιστικές ρεαλιστικά
γενική ρεαλιστικών ρεαλιστικών ρεαλιστικών
αιτιατική ρεαλιστικούς ρεαλιστικές ρεαλιστικά
κλητική ρεαλιστικοί ρεαλιστικές ρεαλιστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρεαλιστικός < ρεαλιστής + -ικός < γαλλική réaliste

Επίθετο[επεξεργασία]

ρεαλιστικός

  1. που αποδίδει την πραγματικότητα ή βασίζεται σε αυτήν για να δημιουργήσει μία φανταστική αφήγηση
    ρεαλιστικό μυθιστόρημα
  2. που εδράζεται στην πραγματικότητα και θέτει εφικτούς στόχους
    αυτό το κόμμα διατείνεται ότι ακολουθεί μια ρεαλιστική πολιτική

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]