σουσάμι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σουσάμι σουσάμια
γενική σουσαμιού σουσαμιών
αιτιατική σουσάμι σουσάμια
κλητική σουσάμι σουσάμια
σπόροι σουσαμιού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σουσάμι < ελληνιστική κοινή σησάμιον < αρχαία ελληνική σήσαμον < αραμαϊκά שושמא (šūššmā) < שומשומא (šumššumā) < ακκαδική (šamaššammū) < (šaman: λάδι) + (šammu: δέντρο) (με επίδραση της τουρκικής susam < αραβική سمسم: simsim)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σουσάμι ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]