σπαγκοραμμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /spaŋ.go.ɾaˈme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σπα‐γκο‐ραμ‐μέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]σπαγκοραμμένος, -η, -ο (μετοχή χωρίς ρήμα)
- (κυριολεκτικά, παρωχημένο, σπάνιο) ραμμένος με σπάγκο[1]
- (μεταφορικά, προφορικό) πολύ τσιγκούνης
- ※ Και το' χε, Θεέ μου , ένας τσιφούτης ... ο Θεός να σε φυλάει. Σχεδόν εβδομηντάρης, σπαγκοραμμένος, κι άκληρος παντελώς το φαντάζεσαι; Να' χε παιδιά, αγγόνια ... να πω, τέλος πάντων ... (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου Ροζαλία, εκδ. Ιωλκός, 2015, σελ. 457)
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]Ταυτόσημα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη σπάγκος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία.
- ↑ σπαγγοραμμένος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Μετοχές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μετοχές σύνθετες χωρίς ρήμα (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)