σταυρόλεξο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σταυρόλεξο τα σταυρόλεξα
      γενική του σταυρολέξου
& σταυρόλεξου
των σταυρολέξων
& σταυρόλεξων
    αιτιατική το σταυρόλεξο τα σταυρόλεξα
     κλητική σταυρόλεξο σταυρόλεξα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
American crossword.png

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταυρόλεξο < σταυρός + -ο- + λέξη + -ο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική crossword)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /staˈvɾɔleksɔ/
συλλαβισμός: σταυ‐ρό‐λε‐ξο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταυρόλεξο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]