στειλιάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στειλιάρι στειλιάρια
γενική στειλιαριού στειλιαριών
αιτιατική στειλιάρι στειλιάρια
κλητική στειλιάρι στειλιάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στειλιάρι < μεσαιωνική ελληνική στειλειάριον, υποκοριστικό του ελληνιστική κοινή στειλειός < αρχαία ελληνική στειλεός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στειλιάρι ουδέτερο

  1. κυλινδρικό κομμάτι ξύλου, που αποτελεί αποσπώμενο τμήμα σε διάφορα εργαλεία όπως το φτυάρι ή την αξίνα
  2. (μεταφορικά) στουρνάρι, αμόρφωτος
  3. (οικείο) ξύλο,ξυλοδαρμός

32πχ Μεταφράσεις[]