στρουκτουραλισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρουκτουραλισμός στρουκτουραλισμοί
γενική στρουκτουραλισμού στρουκτουραλισμών
αιτιατική στρουκτουραλισμό στρουκτουραλισμούς
κλητική στρουκτουραλισμέ στρουκτουραλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρουκτουραλισμός < γαλλική structuralisme < λατινική structura < struo + -tura < πρωτοϊταλικά *strowō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *strew- < *sterh₃- (διασπείρω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρουκτουραλισμός αρσενικό

  1. (γλωσσολογία) προσέγγιση και μελέτη της γλώσσας στη συγχρονία της, ως κλειστού συστήματος σημείων ή στοιχείων (π.χ. φωνήματα) που αλληλεπιδρούν
  2. (κατ’ επέκταση) (γενικότερα) (ανθρωπολογία)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]